
Αντιγράφω από το Δωρεάν Ηλεκτρονικό Λεξικό:
λιτότητα
ουσ θ λιτότητα [li'totita]
1 απλότητα π.χ. Εκφράζεται με λιτότητα.
2 οικονομικοί περιορισμοί π.χ. μέτρα λιτότητας
Λιτότητα, λοιπόν, μία λέξη η οποία έχει χτυπήσει κορυφή στα... chart της δημοφιλίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας (αλλά και σε ολόκληρο τον αναπτυγμένο κόσμο). Για να είμαι απόλυτα ακριβής, το πέρασμα του χρόνου την ανεβάζει όλο και περισσότερο προς τη θέση Νο 1.
Απαιτείται, όπως λένε οι πολιτικοί μας πατέρες (εντός και εκτός συνόρων) η επιβολή σκληρών μέτρων λιτότητας, αν θέλουμε να απαλλαγούμε μια και δια παντός από την υφιστάμενη οικονομική κρίση.
Αν με ρωτούσε κάποιος για την αφεντιά μου, μάλλον ο όρος «λιτότητα» δεν ταιριάζει πολύ με τα χνώτα μου. Μου αρέσει να ζω έντονα, να χρωματίζω τη ζωή με τα πιο σπάνια χρώματα, να μην είμαι «λιτός» στην ανθρώπινη επικοινωνία. Εδώ, όμως, δε μιλάμε για αυτή τη λιτότητα. Δυστυχώς η αναφορά γίνεται στο δεύτερο σκέλος του αρχικού ορισμού.
Ένα άρθρο του Alan Cowell στη μεταφρασμένη έκδοση των «New York Times», που εμπεριέχεται ως ένθετο στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» της περασμένης Κυριακής, μου έδωσε την αφορμή να ασχοληθώ λίγο βαθύτερα με την περίφημη λιτότητα.
Μας λέει, αρχικά, ο Cowell: «Οι αγορές δημιούργησαν την κακή συνήθεια να ζει κανείς πάνω από τις δυνατότητές του». Και καταλήγει στο άρθρο του: «Στην εποχή του Τζουντ (σ.σ. αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Π.Π.), η λιτότητα διασφάλιζε μια μίνιμουμ πρόσβαση σε βασικά αγαθά, ανοίγοντας το δρόμο για καλύτερες μέρες. Σήμερα, η λιτότητα μειώνει τις θέσεις εργασίας, τις ανέσεις και τα προνόμια που είχαν πολλαπλασιαστεί έκτοτε-ανοίγοντας το δρόμο για μέρες πολύ χειρότερες».
Αυτή η τελευταία θέση έχει σφηνωθεί μέσα στο μυαλό μου το τελευταίο τριήμερο. Διερωτώμαι: πώς γίνεται η λιτότητα να ανοίγει το δρόμο για καλύτερες μέρες; Από τη στιγμή που μας την επιβάλλουν με καταναγκαστικό τρόπο (άρα αρνητικό για την καθημερινότητά μας), πώς είναι δυνατόν να ειδωθεί μέσα από το φάσμα της δυνητικής ελπίδας για το μέλλον;
Η απάντηση έρχεται αμείλικτη (ναι, δύο αράδες πιο πάνω βρίσκεται): «Οι αγορές δημιούργησαν την κακή συνήθεια να ζει κανείς πάνω από τις δυνατότητές του». Το έχουμε ποτέ σκεφτεί αυτό ή θα συνεχίσουμε, ως γνήσια ζώα, να καταναλώνουμε ασύστολα το νοητό σανό των επώνυμων ρούχων, παπουτσιών και κάθε είδους υπηρεσιών ή νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων;
Θα αναλογιστούμε ποτέ ότι αυτός ο αγώνας για επιβίωση πάνω από τις δυνατότητές μας συμφέρει τους έχοντες την εξουσία, οι οποίοι τρίβουν τα χέρια τους βλέποντάς μας να πασχίζουμε για το... αδύνατο;
Προτείνω, λοιπόν, να μην τους κάνουμε τη χάρη. Προτείνω να διοχετεύσουμε όλη την ενέργειά μας στον... αφορισμό του πρώτου σκέλους του αρχικού ορισμού: καμία λιτότητα στη σκέψη, καμία λιτότητα στην αγάπη, καμία λιτότητα στα όνειρα, καμία λιτότητα στην ανθρώπινη επικοινωνία. Αυτό το παιχνίδι είναι στα χέρια μας, αυτό ας μην το ξεχάσουμε ποτέ...